Στην Αγία Παρασκευή, η ποιότητα ζωής στην καθημερινότητα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό και διαχρονικό πρόβλημα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 — ένα πρόβλημα που όχι μόνο δε λύθηκε, αλλά κλιμακώνεται. Πρόκειται για μια «ασθένεια» της πόλης που με κάθε αφορμή επανέρχεται στο προσκήνιο.
Του Στρατή Μαζίδη
Αφορμή αυτή τη φορά είναι οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στην περιοχή του Αη Γιάννη. Το ερώτημα, όμως, είναι αν στεκόμαστε πραγματικά στη συνολική εικόνα ή αν περιοριζόμαστε σε αποσπασματικές αντιδράσεις.
Υπήρχε πρόβλημα; Η ίδια η πρόβλεψη αλλαγών μέσω του ΣΒΑΚ δείχνει πως ναι. Και είναι λογικό: κάθε αλλαγή κανόνων δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους. Γι’ αυτό και είναι κρίσιμο η Δημοτική Αρχή να αξιολογήσει στην πράξη τα αποτελέσματα και να προχωρήσει σε διορθώσεις όπου χρειάζεται.
Ωστόσο, στη δημόσια συζήτηση απουσιάζει το βασικό ζήτημα.
Η Αγία Παρασκευή εξελίχθηκε από κοινότητα σε δήμο, χωρίς να εξελιχθούν αντίστοιχα οι υποδομές της. Σήμερα, η πόλη κουβαλά δύο βασικές, δομικές αδυναμίες:
α. Έλλειψη οργανωμένης ρυμοτομίας
β. Οδικό δίκτυο που ανταποκρίνεται σε κωμόπολη, όχι σε σύγχρονο αστικό περιβάλλον
Όταν υπάρχει ρυμοτομία, οι κυκλοφοριακές αλλαγές μπορούν να εφαρμοστούν με σχετικά μικρό κόστος για την καθημερινότητα. Ακόμη και χωρίς αυτήν, αν υπάρχουν φαρδιοί και λειτουργικοί δρόμοι — όπως η Αγίου Ιωάννου, η Δερβενακίων, η Πελοποννήσου ή η Επτανήσου — μπορεί να βρεθεί μια ισορροπία. Πλήθος δρόμων σε Τσακό, Αη Γιάννη και Κοντόπευκο θα ταίριαζαν περισσότερο σε κάποιο νησί των Κυκλάδων.
Όταν, όμως, δεν υπάρχει ούτε το ένα ούτε το άλλο, τότε τα περιθώρια είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Όσο κι αν «ανακατευτεί η κατσαρόλα», το αποτέλεσμα δύσκολα αλλάζει.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην ανάπλαση των πεζοδρομίων της Αιγαίου Πελάγους, η βελτίωση της ορατότητας και της ασφάλειας στις διασταυρώσεις συνοδεύτηκε από αντιδράσεις για τις χαμένες θέσεις στάθμευσης. Είναι μια πραγματική σύγκρουση αναγκών — αλλά δείχνει και κάτι βαθύτερο: η πόλη δεν σχεδιάστηκε για να εξυπηρετεί ταυτόχρονα όλους.
Σε αυτό το σημείο, όμως, χρειάζεται και μια στοιχειώδης παραδοχή: ο δημόσιος χώρος είναι πεπερασμένος και ο Δήμος δεν μπορεί να λειτουργεί ως «γκαραζιέρης» για τις ιδιωτικές ανάγκες του καθενός. Όταν ένα νοικοκυριό διαθέτει πολλαπλά οχήματα, η ευθύνη της στάθμευσής τους δεν μπορεί να μετακυλίεται στον Δήμο.
Το ζήτημα των θέσεων στάθμευσης, των στενών δρόμων και των περιορισμένων πεζοδρομίων δεν είναι σημερινό. Είναι αποτέλεσμα επιλογών του παρελθόντος — τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση. Επιλογών που ευνόησαν τη μέγιστη εκμετάλλευση του χώρου, συχνά εις βάρος της λειτουργικότητας της πόλης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της οδού Κουμουνδούρου τη δεκαετία του 1950 (σημερινή 28ης Οκτωβρίου στο μεγαλύτερο τμήμα της). Υπήρχε σχέδιο διάνοιξης δρόμου που θα συνέδεε με την Ηπείρου, μέσω απαλλοτριώσεων μεταξύ των οδών Ευεργέτου Γιαβάση και Θάνου Σιώκου. Το ότι εμπλεκόμενοι ιδιοκτήτες είχαν ενημερωθεί, φανερώνει πως το πλάνο είχε προχωρήσει σε κάποιο βαθμό.
Το σχέδιο, όμως, δεν υλοποιήθηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν στη θέση του δρόμου να χτιστούν δύο πολυκατοικίες, ενώ το ένα παρόδιο οικόπεδο χάρη στη νομοθεσία της εποχής κατατμήθηκε, προέκυψαν επτά κτίσματα χωρίς καμία πρόβλεψη για στάθμευση με ένα αδιέξοδο δρομάκι, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη πιεσμένη περιοχή. Αντί για έναν δρόμο που θα αποσυμφόριζε την κυκλοφορία, θα δημιουργούσε περίπου 25 θέσεις στάθμευσης, προέκυψε ένα ακόμη αδιέξοδο.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό αλλά κρίσιμο:
Πόσες τέτοιες χαμένες παρεμβάσεις υπάρχουν διάσπαρτες στην ιστορία της Αγίας Παρασκευής; Πόσοι δρόμοι που δεν ανοίχτηκαν, πόσοι σχεδιασμοί που δεν προχώρησαν, στερούν σήμερα από την πόλη πολύτιμο χώρο, λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής;
Γιατί τελικά, δε χάθηκε απλώς ένας δρόμος.
Χάθηκαν δεκάδες μικρές «ανάσες» που σήμερα θα μπορούσαν να κάνουν την πόλη πιο βιώσιμη.
Αφορμή αυτή τη φορά είναι οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στην περιοχή του Αη Γιάννη. Το ερώτημα, όμως, είναι αν στεκόμαστε πραγματικά στη συνολική εικόνα ή αν περιοριζόμαστε σε αποσπασματικές αντιδράσεις.
Υπήρχε πρόβλημα; Η ίδια η πρόβλεψη αλλαγών μέσω του ΣΒΑΚ δείχνει πως ναι. Και είναι λογικό: κάθε αλλαγή κανόνων δημιουργεί κερδισμένους και χαμένους. Γι’ αυτό και είναι κρίσιμο η Δημοτική Αρχή να αξιολογήσει στην πράξη τα αποτελέσματα και να προχωρήσει σε διορθώσεις όπου χρειάζεται.
Ωστόσο, στη δημόσια συζήτηση απουσιάζει το βασικό ζήτημα.
Η Αγία Παρασκευή εξελίχθηκε από κοινότητα σε δήμο, χωρίς να εξελιχθούν αντίστοιχα οι υποδομές της. Σήμερα, η πόλη κουβαλά δύο βασικές, δομικές αδυναμίες:
α. Έλλειψη οργανωμένης ρυμοτομίας
β. Οδικό δίκτυο που ανταποκρίνεται σε κωμόπολη, όχι σε σύγχρονο αστικό περιβάλλον
Όταν υπάρχει ρυμοτομία, οι κυκλοφοριακές αλλαγές μπορούν να εφαρμοστούν με σχετικά μικρό κόστος για την καθημερινότητα. Ακόμη και χωρίς αυτήν, αν υπάρχουν φαρδιοί και λειτουργικοί δρόμοι — όπως η Αγίου Ιωάννου, η Δερβενακίων, η Πελοποννήσου ή η Επτανήσου — μπορεί να βρεθεί μια ισορροπία. Πλήθος δρόμων σε Τσακό, Αη Γιάννη και Κοντόπευκο θα ταίριαζαν περισσότερο σε κάποιο νησί των Κυκλάδων.
Όταν, όμως, δεν υπάρχει ούτε το ένα ούτε το άλλο, τότε τα περιθώρια είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Όσο κι αν «ανακατευτεί η κατσαρόλα», το αποτέλεσμα δύσκολα αλλάζει.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην ανάπλαση των πεζοδρομίων της Αιγαίου Πελάγους, η βελτίωση της ορατότητας και της ασφάλειας στις διασταυρώσεις συνοδεύτηκε από αντιδράσεις για τις χαμένες θέσεις στάθμευσης. Είναι μια πραγματική σύγκρουση αναγκών — αλλά δείχνει και κάτι βαθύτερο: η πόλη δεν σχεδιάστηκε για να εξυπηρετεί ταυτόχρονα όλους.
Σε αυτό το σημείο, όμως, χρειάζεται και μια στοιχειώδης παραδοχή: ο δημόσιος χώρος είναι πεπερασμένος και ο Δήμος δεν μπορεί να λειτουργεί ως «γκαραζιέρης» για τις ιδιωτικές ανάγκες του καθενός. Όταν ένα νοικοκυριό διαθέτει πολλαπλά οχήματα, η ευθύνη της στάθμευσής τους δεν μπορεί να μετακυλίεται στον Δήμο.
Το ζήτημα των θέσεων στάθμευσης, των στενών δρόμων και των περιορισμένων πεζοδρομίων δεν είναι σημερινό. Είναι αποτέλεσμα επιλογών του παρελθόντος — τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση. Επιλογών που ευνόησαν τη μέγιστη εκμετάλλευση του χώρου, συχνά εις βάρος της λειτουργικότητας της πόλης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της οδού Κουμουνδούρου τη δεκαετία του 1950 (σημερινή 28ης Οκτωβρίου στο μεγαλύτερο τμήμα της). Υπήρχε σχέδιο διάνοιξης δρόμου που θα συνέδεε με την Ηπείρου, μέσω απαλλοτριώσεων μεταξύ των οδών Ευεργέτου Γιαβάση και Θάνου Σιώκου. Το ότι εμπλεκόμενοι ιδιοκτήτες είχαν ενημερωθεί, φανερώνει πως το πλάνο είχε προχωρήσει σε κάποιο βαθμό.
Το σχέδιο, όμως, δεν υλοποιήθηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν στη θέση του δρόμου να χτιστούν δύο πολυκατοικίες, ενώ το ένα παρόδιο οικόπεδο χάρη στη νομοθεσία της εποχής κατατμήθηκε, προέκυψαν επτά κτίσματα χωρίς καμία πρόβλεψη για στάθμευση με ένα αδιέξοδο δρομάκι, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη πιεσμένη περιοχή. Αντί για έναν δρόμο που θα αποσυμφόριζε την κυκλοφορία, θα δημιουργούσε περίπου 25 θέσεις στάθμευσης, προέκυψε ένα ακόμη αδιέξοδο.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό αλλά κρίσιμο:
Πόσες τέτοιες χαμένες παρεμβάσεις υπάρχουν διάσπαρτες στην ιστορία της Αγίας Παρασκευής; Πόσοι δρόμοι που δεν ανοίχτηκαν, πόσοι σχεδιασμοί που δεν προχώρησαν, στερούν σήμερα από την πόλη πολύτιμο χώρο, λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής;
Γιατί τελικά, δε χάθηκε απλώς ένας δρόμος.
Χάθηκαν δεκάδες μικρές «ανάσες» που σήμερα θα μπορούσαν να κάνουν την πόλη πιο βιώσιμη.




