Σημασία δεν έχει μόνο αν βγαίνουν τα νούμερα αλλά και τι βγάζουν

Στο ίδιο έργο θεατές
 
Η ψήφιση του προϋπολογισμού του Δήμου Αγίας Παρασκευής για το 2026 έχει ουσιαστικά τρεις αναγνώσεις: την οικονομική, την πολιτική και την πρακτική. Υπάρχει, βέβαια, και μια διαχρονική πραγματικότητα: δεν γίνεται να φτάνουμε στις 31 Δεκεμβρίου και να μην υπάρχει προϋπολογισμός σε έναν δήμο.
 
Του Στρατή Μαζίδη

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι καμία από αυτές τις τρεις διαστάσεις δεν συζητήθηκε ουσιαστικά.

Ο φετινός προϋπολογισμός εμφανίζει ένα έλλειμμα που ξεπερνά τα 3,6 εκ. ευρώ, το οποίο καλύπτεται από τα ταμειακά διαθέσιμα της 31ης Δεκεμβρίου 2025, όπως προκύπτει από το προσχέδιο που έχει αναρτηθεί στη Διαύγεια (σελ. 29).

Το να έχεις έναν ελλειμματικό προϋπολογισμό δεν είναι απαραίτητα κακό. Προϋπόθεση είναι να υπάρχει σχέδιο: το έλλειμμα να μην προκύπτει από υστέρηση εσόδων, αλλά από συνειδητές επιλογές που ωφελούν το κοινωνικό σύνολο, και να εντάσσεται σε έναν χρονικά προσδιορισμένο σχεδιασμό. Να ξέρεις δηλαδή γιατί ανοίγεις, πόσο θα ανοίξεις και πότε θα κλείσεις το άνοιγμα.

Και φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι καινούριο για την Αγία Παρασκευή. Τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαμε ουσιαστικά ελλειμματικούς προϋπολογισμούς λόγω των ανταποδοτικών; Δεν «τρώγαμε» τα αποθεματικά τους είτε για να κάνουμε μειώσεις ώστε να το παίξουμε… large στην κοινωνία, είτε για να αποφύγουμε αναγκαίες αυξήσεις επειδή δεν υπήρχε πολιτική συναίνεση; Και όταν ήρθε η ώρα για κρίσιμες δαπάνες, όπως η αγορά οικοπέδων για το αμαξοστάσιο, αντί για αποθεματικό υπήρχε μόνο μια μεγάλη τρύπα.

Άρα το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχει έλλειμμα. Είναι γιατί υπάρχει και τι το συνοδεύει.

Η συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, ωστόσο, δεν μπήκε σε αυτό το επίπεδο. Περιορίστηκε σε γενικόλογη καταγγελιολογία, με την πολιτική αντιπαράθεση να κυριαρχεί, χωρίς ουσία. Η Δημοτική Αρχή δέχτηκε κριτική ότι ξοδεύει πολλά για το πολιτισμό και ταυτόχρονα γιατί έκοψε ποσά από αυτόν μετά τις υποδείξεις του Παρατηρητηρίου.

Δεν ακούστηκε ούτε μία συγκεκριμένη πρόταση εναλλακτικής διαχείρισης πόρων.

Για παράδειγμα: θα μπορούσε να πει κάποιος πως αντί για €350.000 (ή όποιο ήταν τελικά το ποσό) για το Φεστιβάλ, θα μπορούσαν να διατεθούν €100.000 για λιγότερες εκδηλώσεις και τα υπόλοιπα €250.000 να κατευθυνθούν στη δημιουργία δημοτικής συγκοινωνίας, ώστε να μειωθεί η κίνηση εντός πόλης, να συνδεθούν οι γειτονιές με το μετρό και μεταξύ τους αλλά και να περιοριστεί η παράνομη στάθμευση.

Ή, αντίστοιχα, ότι με μικρότερες δαπάνες για τις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις, τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για παρεμβάσεις οδικής ασφάλειας, όπως η τοποθέτηση προστατευτικών Π στα πεζοδρόμια της Μεσογείων, όπου αυτό είναι εφικτό.

Αυτού του τύπου οι συγκρίσεις — συγκεκριμένες, με νούμερα και σαφή ιεράρχηση — δεν ακούστηκαν ώστε οι δημότες να έχουμε πράγματα προς συζήτηση κι αξιολόγηση.

Σε απλά ελληνικά, δεν ακούσαμε τίποτα διαφορετικό και χειροπιαστό.

Και αυτό είναι ακόμη πιο προβληματικό αν δει κανείς ποια ζητήματα δεν συζητήθηκαν καθόλου.

Ενδεικτικά, η εκτίναξη του κόστους των καυσίμων, που μέσα σε λίγες εβδομάδες άγγιξε το 40% — τουλάχιστον στο ντίζελ κίνησης. Στον προϋπολογισμό υπάρχουν κωδικοί που αφορούν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για καύσιμα, είτε για οχήματα είτε για θέρμανση. Έχει ληφθεί υπόψη αυτό το δεδομένο; Και αν ναι, σε ποιο βαθμό;

Αντίστοιχα, κανείς δεν στάθηκε ουσιαστικά στο ζήτημα της Δημοτικής Αστυνομίας, η οποία μόλις επανασυστάθηκε με τρία στελέχη.

Τρία άτομα δεν λύνουν το πρόβλημα. Μπορούν, όμως, να κάνουν κάτι πολύ συγκεκριμένο: δύο να κινούνται καθημερινά στη Μεσογείων και ένας στην Ανατολικής Μεσογείων όπου επικρατεί ένα μπάχαλο, ελέγχοντας συστηματικά την παράνομη στάθμευση.

Σε μια περιοχή όπου η κατάσταση είναι γνωστή σε όλους, μια τέτοια παρέμβαση δεν θα είχε μόνο κυκλοφοριακό αποτέλεσμα, αλλά και άμεσο δημοσιονομικό όφελος. Ο Δήμος θα μπορούσε να εισπράττει καθημερινά σημαντικά ποσά από παραβάσεις που σήμερα μένουν ανεξέλεγκτες.

Κι όμως, ούτε αυτό αποτέλεσε αντικείμενο ουσιαστικής συζήτησης. Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα για όσους πολιτεύονται σε όποια θέση κι αν κάθονται, επιθυμούν να αρέσουν σε όλους.

Η απουσία αυτών των συζητήσεων δεν είναι τυχαία. Αντανακλά και τη συνολική πολιτική εικόνα.

Από πολιτικής σκοπιάς, φάνηκαν για ακόμη μία φορά οι αδυναμίες της συμπόρευσης Σάρκουλα - Οικονόμου - Τσιαμπά, ιδίως των δύο πρώτων.

Όπως έδειξε τόσο η αντίδραση των δημοτών στα κοινωνικά δίκτυα στο μεσοδιάστημα των εκλογών του 2023 όσο και — κυρίως — το αποτέλεσμα της κάλπης, το παρελθόν δεν διαγράφεται. Αντίθετα, λειτουργεί ως βάση αξιολόγησης. Ο κόσμος δεν ξεχνά και συνήθως αντιδρά, ακόμη και στην υποψία αίσθησης υποτίμησης της νοημοσύνης του.

Ο κ. Μυλωνάκης, σε πολιτικό επίπεδο (διότι σε πρακτικό έχει πολλά), δεν χρειάζεται να κάνει κάτι περισσότερο από το να υπενθυμίζει τι έχει ειπωθεί και γραφτεί στο παρελθόν. Όχι μόνο προς τους αντιπάλους του, αλλά και προς τα στελέχη και τους ψηφοφόρους τους, διατηρώντας ενεργό ένα ρήγμα που ήδη έχει αρχίσει να φαίνεται.

Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του Βασίλη Ζορμπά, ο οποίος δήλωσε ότι ο Γιώργος Οικονόμου «δεν ηγείται καμίας τριανδρίας», επικαλούμενος σχετική ενημέρωση από τον κ. Σάρκουλα.

Από την άλλη, η αντίδραση του κ. Οικονόμου — «καταφεύγει στο παρελθόν» — δείχνει ακριβώς το πρόβλημα. Διότι δεν μιλάμε για κάτι που ειπώθηκε πριν από τέσσερα χρόνια, αλλά για τοποθετήσεις που επαναλαμβάνονταν μέχρι πολύ πρόσφατα, ήτοι το Φεβρουάριο του 2025.

Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα: όσα λέγονταν τότε ίσχυαν ή όχι; Και αν δεν ίσχυαν τότε, γιατί να θεωρηθούν αξιόπιστα όσα λέγονται σήμερα;

Σε κάθε περίπτωση, στο τέλος της χρονιάς θα γίνει το ταμείο. Θα ξέρουμε τι εισπράχθηκε και τι δαπανήθηκε. Άλλωστε ήδη έχουμε περάσει το 1/3 της χρονιάς ξοδεύοντας επί της ουσίας τα βασικά.

Αλλά το κρίσιμο δεν είναι μόνο αυτό. Το κρίσιμο είναι αν πίσω από τα νούμερα υπάρχει σχέδιο — και αν γίνεται πραγματική συζήτηση γι’ αυτό.

Και, πάνω απ’ όλα, κανένα μέλλον δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ιστορία. Η ιστορία δεν μπορεί να παραμερίζεται· είναι το θεμέλιο του παρόντος και του αύριο. Αν δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει παρόν· και το παρόν είναι η ιστορία του αύριο.

Οι δημότες, τέλος, έχουν τον ρόλο τους: να παρακολουθούν, να ασχολούνται και να αξιολογούν μόνοι τους τις επιλογές των πολιτικών και τη διαχείριση των πόρων.

Αλλιώς...


Νεότερη Παλαιότερη