Πρόσφατα είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με ένα μέλος της σημερινής Δημοτικής Αρχής Μυλωνάκη, καθώς και με ένα μέλος της προηγούμενης διοίκησης επί Βασίλη Ζορμπά.
Ο πρώτος μου μετέφερε πως είχε δώσει το παρών σε κάποια εκδήλωση, όπου δέχτηκε παράπονα για την κατάσταση των πεζοδρομίων. Ωστόσο, όπως μου ανέφερε, αρκετοί από όσους διαμαρτύρονταν είχαν παρκάρει οι ίδιοι τα οχήματά τους πάνω σε πεζοδρόμια.
Ο δεύτερος μου είπε χαρακτηριστικά ότι «όταν φτιάχναμε την Αιγαίου Πελάγους και την Ειρήνης», δεχόμασταν τηλεφωνήματα στο Δημαρχείο με διαμαρτυρίες του τύπου γιατί γίνεται η Ειρήνης και όχι η Βορρά.
Ολοκληρώθηκε η Αιγαίου Πελάγους και, αντί για αναγνώριση της βελτίωσης, υπήρξαν φωνές για τις θέσεις στάθμευσης που χάθηκαν στις διασταυρώσεις, παρότι πλέον οι διερχόμενοι κάθετα οδηγοί έχουν πολύ καλύτερη ορατότητα και οι συνθήκες ασφάλειας έχουν σαφώς βελτιωθεί σε σχέση με πριν.
Παράλληλα, έγιναν παρεμβάσεις σε διαβάσεις πεζών με έντονη σήμανση σε περιοχές όπου κινούνται καθημερινά μαθητές, και ωστόσο υπήρξαν αντιδράσεις ότι «γλιστράνε», χωρίς να μπαίνει στο τραπέζι το πιο ουσιαστικό ερώτημα: με τι ταχύτητα κινούνταν τα οχήματα / δίκυκλα, πόσων ετών ελαστικά φορούν και γιατί δεν υπήρξε έγκαιρη στάση πριν από τη διάβαση.
Παλαιότερα, μόλις τις πρώτες ημέρες που είχε τοποθετηθεί επί Σταθόπουλου η μπάρα στην κεντρική πλατεία Αγίας Παρασκευής μου λέει στέλεχος της τότε Δημοτικής Αρχής ότι ήδη κάποιοι ζητούσαν να ανεβαίνει η μπάρα μια συγκεκριμένη ημέρα και ώρα.
Γενικά,
μοιάζει να επαναλαμβάνεται διαρκώς το ίδιο μοτίβο: μια δημόσια παρέμβαση
σχεδόν πάντα θα βρει απέναντί της μια αντίρρηση, ακόμη κι αν αυτή δεν
στηρίζεται απαραίτητα σε μια συνολική αποτίμηση του τι εξυπηρετεί
πραγματικά το δημόσιο συμφέρον. Ή θα αντιμετωπίσει αιτήματα για... εξαιρέσεις.
Αυτό το μοτίβο, όμως, δημιουργεί
συχνά ένα φαύλο κύκλο στη δημόσια συζήτηση. Από τη μία πλευρά, οι
Δημοτικές Αρχές διστάζουν να προχωρήσουν σε παρεμβάσεις φοβούμενες την
αντίδραση, και από την άλλη, οι δημότες ζητούν λύσεις για προβλήματα που
οι ίδιοι δεν είναι πάντα διατεθειμένοι να δουν κατάματα ή να
προσαρμόσουν στη δική τους καθημερινή συμπεριφορά. Κλασικό παράδειγμα τα
πεζοδρόμια της Μεσογείων ή η απαράδεκτη κατάσταση στην ανατολικής Μεσογείων. Έτσι, η συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι
χρειάζεται η πόλη» στο «τι με βολεύει προσωπικά».
Δεν είναι
βέβαια όλες οι αντιδράσεις ίδιες ούτε έχουν την ίδια βάση. Υπάρχουν
εύλογες ενστάσεις (όπως π.χ. οι πρόσφατες κυκλοφοριακές αλλαγές στον Άη
Γιάννη, όπου η αποτελεσματικότητά τους θα πρέπει να αξιολογηθεί
μεσοπρόθεσμα και να ληφθεί υπόψη η εμπειρία των κατοίκων για τυχόν
βελτιώσεις ή τροποποιήσεις), αλλά και περιπτώσεις όπου η κριτική
διαμορφώνεται περισσότερο από συνήθεια, εμπειρία ή συγκυρία, παρά από
μια συνολική εικόνα του δημόσιου συμφέροντος. Το ζητούμενο, όμως, σε
έναν Δήμο δεν είναι η αποσπασματική ικανοποίηση επιμέρους απαιτήσεων,
αλλά η σταδιακή διαμόρφωση μιας πιο λειτουργικής, ασφαλούς και
ανθρώπινης πόλης για όλους.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση να
μην είναι τα ίδια τα έργα, αλλά η καλλιέργεια μιας διαφορετικής
νοοτροπίας: ότι ο δημόσιος χώρος δεν αποτελεί προέκταση της ατομικής μας
άνεσης, αλλά ένα κοινό αγαθό με κανόνες που ισχύουν για όλους και που,
αναπόφευκτα, δεν θα βρίσκουν κάθε φορά το σύνολο απολύτως σύμφωνο.




